Ο Λεονάρδος ήταν πολύ πετυχημένος ζωγράφος…
Ο καλύτερος της εποχής του έλεγε περήφανα ο ίδιος… Διάσημος… και ιδιαίτερα αγαπητός στο άλλο φύλο.
Παρόλο που πάντα χρησιμοποιούσε τις γυναίκες όπως ήθελε ανάλογα με τις διαθέσεις του, εκείνες από μια περίεργη διαστροφή δεν μπορούσαν να του κρατήσουν ποτέ κακία. Αφήνονταν στα χέρια του πάντα σαν άβουλα παιχνίδια...
Τον τελευταίο όμως καιρό ο πετυχημένος ζωγράφος δεν ήτανε καλά…
Δε μπορούσε πια να ζωγραφίσει… Του έλειπε η έμπνευση...
Επιανε τα πινέλα,τα χάϊδευε, σιγοψιθύριζε και άφηνε μερικές πινελιές σκόρπιες να ψάχνουν το σκοπό τους… έναν σκοπό που ούτε εκείνος δεν ήξερε…
Ηταν μια κρύα νύχτα του Νοέμβρη ενός Νοέμβρη πολύ υγρού… δυο βδομάδες τώρα δεν έλεγε να σταματήσει να βρέχει. Καθόταν και κοίταζε μαγεμένος τις φλόγες στο τζάκι… τον όμορφο χορό τους… αφουγκραζόταν το σιγοψιθύρισμά τους… σκεφτόταν όλα όσα μυστικά είχε μάθει τον τελευταίο καιρό στις τελετουργικές του μυήσεις…
Πήρε ένα κομμάτι κάρβουνο και έπιασε να σχεδιάζει μηχανικά ένα κριάρι… Ηταν το ζώδιό του και ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει αυτό…
Ηταν από καιρό μυημένος σε αυτές τις «σκοτεινές» όπως αποκαλούσαν άλλοι επιστήμες… είχε μελετήσει τον αποσυμβολισμό των ζωδίων και ήξερε ότι έφερε το βάρος του ηγέτη… Και αυτό βέβαια είχε καταφέρει να πετύχει: Nα ηγείται στον τομέα του… τη ζωγραφική!
Τελευταία όμως δεν είχε έμπνευση… Μάταια την έψαχνε στα κρεββάτια διαφόρων γυναικών.
Ολες πια του φαινόντουσαν ίδιες… απίστευτα όμοιες και εξίσου βαρετές…
Και τότε ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν το είχε πάρει χαμπάρι: Η έμπνευσή του ήταν από καιρό σφηνωμένη μέσα του, απλά δεν έλεγε να βγει… Μια οπτασία… Ενα γυναικείο πρόσωπο που είχε δει σε ένα όνειρο και τον είχε στοιχειώσει…
Το είχε κλείσει μέσα του τόσο καιρό ευλαβικά χωρίς ποτέ του να το ξεχάσει αλλά και χωρίς ποτέ του να το συζητήσει με κάποιον…Τότε κατάλαβε πως αυτή ήταν η μούσα του και για να λυτρωθεί έπρεπε να την ζωγραφίσει.
Επιασε την παλέτα του και άρχισε να ανακατεύει με μανία τα χρώματα…
Σκεφτόταν με τι χρώμα να ξεκινήσει…
Κόκκινο κατέληξε τελικά…
Κόκκινο του καδμίου…
Κόκκινο το χρώμα της ζέστης και του πάθους που είχε γεννήσει τούτο το θηλυκό μέσα του… Και έπειτα ώχρα… και όμπρα ωμή για να κάνει τα ξανθά της μαλλιά…και ερκολάνο και σιένα ψημένη για το βελούδο που ήταν ξαπλωμένη…
Σε λίγη ώρα είχε χαθεί υπνωτισμένος, ολότελα βυθισμένος στον καλλιτεχνικό του οίστρο…
Ηταν ξημερώματα όταν τελείωσε… Τα ξύλα στο τζάκι είχαν από ώρες καεί όμως εκείνος δεν κρύωνε…είχε εκείνη πια κοντά του… Εκανε δυο βήματα πίσω και την κοίταξε… Ηταν υπέροχη!
Εμοιαζε με νεράϊδα… Φτιαγμένη ειδικά για κείνον! Από εκείνον! Τα δυο του δάχτυλα ακούμπησαν μηχανικά τα χείλη της…κατέβηκαν στο λακάκι του λαιμού της, χαϊδέψανε αργά και ηδονικά τις ρόγες του στήθους της και έπειτα
διατρέξανε αργά αργά τη ραχοκοκαλιά της προς τα κάτω…Ενιωσε την υγρασία στο χέρι του κι απόρησε πως κι ο πίνακας μετά από τόσην ώρα δεν είχε στεγνώσει...
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή έγινε κάτι αναπάντεχο: H φιγούρα στον πίνακα άρχισε να ζωντανεύει…
Δεν είναι δυνατόν! Το ήξερε ότι αυτό δε μπορεί να συμβαίνει!
Δεν ζωντανεύουν οι πίνακες! (ναι αλλά οι νεράϊδες?)
Τι παιχνίδια του έπαιζε το μυαλό του?
Ποιος δαίμονας του έστηνε καρτέρι?
Επρεπε να έχει πάθει παράκρουση! Ναι! Ναι! Αυτό είναι!
Ο πόθος του για αυτήν ήταν τόσο μεγάλος που είχε παραισθήσεις…
Η μπορεί να έπαθε δηλητηρίαση από τα χρώματα… Το κάδμιο και το τιτάνιο χρώματα άκρως τοξικά και δηλητηριώδη έχουνε συχνά τέτοιες παρενέργειες…
Και όμως! Εκείνη ήταν ολοζώντανη μπροστά του και του χαμογελούσε προκλητικά.
Ξαφνικά ένιωσε τόσο πόθο όσο ποτέ του…
Ηθελε τόσο πολύ να μπει μέσα της… Να την κατακτήσει, να την κάνει δικήτου!
Αυτό σκέφτηκε για μια και μόνη στιγμή.
Γιατί μετά επικράτησε η λογική.
Η μήπως ο φόβος?
Πήρε ένα μαχαίρι και έσχισε την λινάτσα του καμβά…
Και όταν πια τήν έκανε κομμάτια πέταξε τον πίνακα στο τζάκι … και εκεί που τα ξύλα εδώ και ώρες είχαν γίνει πια κάρβουνα που σιγοκαίγανε, μια μεγάλη φωτιά άναψε ξαφνικά…
Θα με συγχωρήσει μουρμούρισε ανακουφισμένος… όλες το κάνουν…
Αυτό που δεν είχε καταλάβει είναι ότι εκείνη δεν ήταν σαν όλες τις άλλες…
Αφιερωμένο στο πιο νεκρό κομμάτι του εαυτού μου... στο πιο αδικημένο και παραπεταμένο σε κάποια στροφή της ζωής μου...που αύριο γιορτάζει και μου λείπει...

κ γω γμτ, καθόλου έμπνευση... :( μου τον πήραν τα ελληνικά στρατά...
ΑπάντησηΔιαγραφήάντε να ρθει πίσω γιατι και γω ετσι θα καταλήξω... λολ
Ετσι είναι lia μου... όταν λείπει ο έρωτας από τη ζωή μας λείπει η εμπνευση...
ΔιαγραφήΜε το καλό να τον δεχτείς και πάλι πίσω...!
μμμ ζωγράφισες...
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυχαριστώ καλό μου!
ΔιαγραφήHλίθιος, βλάκας, πεζός, δούλος του φόβου ... ανάξιος να ζωντανεύει τα όνειρα μόνο να τα πουλάει ...Ναι σε αυτό ήταν ο καλύτερος ... μόνο σε αυτό!
ΑπάντησηΔιαγραφήΌτι πιο όμορφο έχω διαβάσει στον χώρο σου , εμπνευσμένο!!!
Μπράβο Λιακάδα υπέροχη η αφιέρωσή σου...
Ετσι ακριβώς όπως τα'πες!
ΔιαγραφήΜε κάλυψες... Ανθρωπος που δεν ξέρει να ξεχωρίζει την ευλογία που του δίνεται είναι ανάξιος για οτιδήποτε όχι μόνο για ευτυχία...
Σε ευχαριστώ!
Καλό σου βράδυ και μια μεγάλη αγκαλιά γιατί μου έλειψες... :)
ΠΟΛΥ καλό !!
ΑπάντησηΔιαγραφήΚαι επειδή μου άρεσε πολύ να σε πειράξω και λίγο : Αφού σε πέταξε ξεσκισμένη στη φωτιά πως γλύτωσες ?? χαχαχα Από εκεί δεν σου έμειναν οι κόκκινες κλωστές ?
Ωραία η μουσική του GM
Xαίρομαι που σου άρεσε φίλε μου!
ΔιαγραφήΕίχες χαθεί και πάνω που αναρωτιόμουνσ...
Καλό ξημέρωμα!
Όμορφες ρομαντικές σκέψεις και λόγια παρμένα από εικόνες μιας άλλης εποχής.Κανένα κομμάτι του εαυτού μας δεν πρέπει να ΄ναι νεκρό, αλλά και κανένας ζωγράφος δε μπορεί να μας κάψει χωρίς τη συγκατάθεσή μας.Μπορούμε όμως να του χαρίσουμε το παγωμένο μας χαμόγελο για να το ζωγραφίσει.Αλλά κι αν ποτέ μας πλήγωσαν να νιώθουμε ευτυχία που γνωρίσαμε την αγάπη.
ΑπάντησηΔιαγραφήΧρόνια σου πολλά γλυκιά μου!:)
Γλυκό μου αγκαθάκι το μοναδικό νεκρό κομμάτι μου είναι αυτό που εκείνος πήρε μαζί του φεύγοντας.
ΔιαγραφήΣε κείνον αναφερόμουνα δηλαδή ότι γιορτάζει... όχι σε μένα! :)
Kαλή σου νύχτα!